Κέρβερος


Κέρβερος
Кербер (собака в подземном царстве)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Κέρβερος" в других словарях:

  • Κέρβερος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρβερος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρβερος — Μυθολογικό ον. Είχε μορφή σκύλου με τρία (ή πενήντα) κεφάλια και ουρά φιδιού και φρουρούσε την είσοδο του Άδη. Ήταν γιος του Τυφώνα και της Έχιδνας, όπως επίσης ο δικέφαλος σκύλος του Γηρυόνη, Όρθρος, η Λερναία Ύδρα και άλλα τέρατα. Ο Κ.… …   Dictionary of Greek

  • Κέρβερος — ο 1. τέρας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, τρικέφαλο σκυλί με ουρά φιδιού, φύλακας των πυλών του Άδη. 2. μτφ., άγρυπνος και αυστηρός φύλακας: Είναι κέρβερος ο νυχτοφύλακας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κερβέρου — Κέρβερος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερβέρου — κέρβερος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κερβέρους — Κέρβερος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερβέρους — κέρβερος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κερβέρων — Κέρβερος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερβέρων — κέρβερος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κερβέρῳ — Κέρβερος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)